Λορέντζος Μαβίλης

«Όποιος ξεχνάει το παρελθόν, είναι υποχρεωμένος να το ξαναζήσει»

Ο Λορέντζος Μαβίλης γεννήθηκε το 1860 στην Ιθάκη έχοντας όμως Ισπανική καταγωγή. Ο παππούς του, εκ πατρός, ήταν πρόξενος της Ισπανίας στην Κέρκυρα, όπου η οικογένειά του είχε εγκατασταθεί. Μάλιστα εκεί πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Εξωτερικά ο Λορέντζος Μαβίλης ήταν μεγαλόσωμος με γαλανά μάτια και ξανθά μαλλιά. Το 1880 αποφάσισε να πάει στην Γερμανία για να σπουδάσει φιλολογία και φιλοσοφία. Οι σπουδές του συνεχίστηκαν επί δεκατέσσερα χρόνια και μάλιστα επηρεάστηκε από τις θεωρίες του Νίτσε, την «Κριτική του Καθαρού Λόγου» του ορθολογικού Ιμμάνουελ Καντ και από την «Βουλησιαρχία» του απαισιόδοξου Αρθούρου Σοπενχάουερ. Ακόμα ασχολήθηκε με τα σανσκριτικά φιλοσοφικά κείμενα και μετέφρασε αποσπάσματα από το ινδικό έπος μαβιλησ1Μαχαμπαράτα. Κατά την παραμονή του στη Γερμανία ασχολήθηκε με την σύνθεση λυρικών ποιημάτων (κυρίως σονέτων), και σκακιστικών προβλημάτων που δημοσιεύτηκαν σε γερμανικά έντυπα. Το 1887 συμμετείχε στο τουρνουά σκάκι της Φραγκφούρτης. Δύο χρόνια αργότερα ( 1889 ) έλαβε μέρος στο σκακιστικό τουρνουά της πρωτεύουσας της νότιας Σιλεσίας Βρότσλαβ (Breslau) με το όνομα Sillibam. Το 1896 ο Μαβίλης συμμετείχε στην επανάσταση της Κρήτης, πολεμώντας μαζί με τους αντάρτες στα κρητικά βουνά. Και το 1897 κατά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο συγκέντρωσε εβδομήντα Κερκυραίους εθελοντές και πήγαν να πολεμήσουν στην Ήπειρο, όπου και τραυματίστηκε στο χέρι. Τα έξοδα της εκστρατείας των εθελοντών τα κάλυπτε ο ίδιος. Το 1909 γίνεται ο ενθουσιώδης κήρυκας του ξεσηκωμού και το 1910 εκλέγεται ως βουλευτής της Κέρκυρας. Το 1911 υπερασπίζοντας τη δημοτική γλώσσα ως αντιπρόσωπος και μέλος της Αναθεωρητικής Συνέλευσης της Κέρκυρας μέσα στην Ελληνική Βουλή είπε απευθυνόμενος στους καθαρευουσιάνους: «Χυδαία γλώσσα δεν υπάρχει. Υπάρχουσι χυδαίοι άνθρωποι, και υπάρχουσι πολλοί χυδαίοι άνθρωποι ομιλούντες την καθαρεύουσαν». («Εφημερίς των Συζητήσεων της Βουλής», Β’ Αναθεωρητική Βουλή, 1911, σελ. 689, συνεδρίασις 36). Στις 28 Νοεμβρίου του 1912 γίνεται επικεφαλής του λόχου των εθελοντών Γαριβαλδινών και σκοτώνεται στη Μάχη του Δρίσκου κοντά στα Ιωάννινα κατά τον Πρώτο Βαλκανικό πόλεμο. Λέγεται ότι διατηρούσε ερωτικό δεσμό με την ποιήτρια Μυρτιώτισσα – κατά κόσμον Θεώνη Δρακοπούλου – (1885-1968), η οποία υπηρέτησε την ερωτική ποίηση και το ποίημά της «Τι άλλο καλέ μου» (1925) είναι αφιερωμένο στη μνήμη του. Ως φόρο τιμής στο συνολικό έργο του Μαβίλη ή κεντρική πλατεία της γενέτειρας του Ιθάκης έχει πάρει το όνομα του.

Ο Λορέντζος Μαβίλης θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ο πρώτος Έλληνας συνθέτης σκακιστικών προβλημάτων με διεθνή φήμη.

Λ Η Θ Η

Καλότυχ’ οι νεκροί, που λησμονάνε
την πίκρια της ζωής. Όντας βυθήσει
ο ήλιος και το σούρουπο ακλουθήσει,
μήν τους κλαις, ο καϋμός σου όσος και νά ‘ναι!

Τέτοιαν ώρα οι ψυχές διψούν και πάνε
στης λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση.
Μα βούρκος το νεράκι θα μαυρίσει,
Σα στάξει γι’ αυτές δάκρυ, όθε αγαπάνε.

Κι αν πιουν θολό νερό, ξαναθυμούνται
διαβαίνοντας λιβάδι’ απ’ ασφοδήλι,
πόνους παλιούς, που μέσα τους κοιμούνται.-

Α δε μπορείς παρά να κλαις, το δείλι,
τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν,
θέλουν -μα δε βολεί να λησμονήσουν.

Η «Λήθη» είναι απαισιόδοξο ποίημα. Ο Μαβίλης αναμειγνύει σ’ αυτό την αρχαία ελληνική πίστη για τον Άδη, που με ενάργεια έχει περιγραφεί από τον Όμηρο στην Οδύσσεια (ραψ. κδ΄, 1-14), και την νεοελληνική παράδοση για τον Κάτω Κόσμο. Σύμφωνα με τον Όμηρο, ο Άδης είναι ένα απέραντο λιβάδι γεμάτο με ασφόδελους.